Η Καντού είναι κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού που κατοικήθηκε από την Νεολιθική Εποχή. Είναι τοποθετημένη σε αρκετά καλή στρατηγική θέση, στα αριστερά του Κούρη ποταμού και πολύ κοντά στο ομώνυμο φράγμα και ακόμα πιο κοντά στον κύριο δρόμο Ερήμης-Άρσος. Η κοινότητα γνώρισε σχετικά μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση στα χρόνια πριν την τούρκικη εισβολή του 1974.
Τόσο κατά μήκος της κοίτης του Κούρη, όσο και σ’ άλλες περιοχές της Καντού, βρίσκονται αρκετά ξωκλήσια, που κατασκευάστηκαν γύρω στον 15ο αιώνα, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, κάτι που μαρτυρεί την σπουδαία ελληνική παράδοση του χωριού, προτού εγκατασταθούν σ’ αυτό Οθωμανοί με την κατάκτηση της Κύπρου το 1571. Τέτοια εξωκλήσια είναι αυτά της Χρυσοπολίτισσας, η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, το ξωκλήσι του Αγίου Μάμα κι άλλα. Ωστόσο, εκείνο που διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση, μια κι έχει αναπαλαιωθεί με πελεκητή πέτρα, είναι η εκκλησία της Αγίας Νάπας, στην κοιλάδα του Κούρη.
Έχει θόλο, είναι βυζαντινού ρυθμού και διατηρεί ακόμα αρκετές φθαρμένες αγιογραφίες. Ανήκει στο 16ο αιώνα, σε σύγκριση με τα ερειπωμένα εκκλησάκια της Χρυσοπολίτισσας και Αγίας Μαρίνας, που ανάγονται στο 15ο αιώνα. Στην εκκλησία της Αγίας Νάπας υπάρχουν αγιογραφίες της Κοίμησης της Θεοτόκου, του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Παρασκευής κτλ.
Η Αγία Νάπα είναι κτισμένη στην δυτική όχθη του ποταμού Κούρη και αποτελούσε την κύρια εκκλησία του μικρού οικισμού, που υπήρχε στην περιοχή πριν οι κάτοικοι του μετακινηθούν νότια και δημιουργήσουν το σημερινό χωριό. Πρόκειται για μονόκλιτο ναό με τρούλο, ο οποίος οικοδομήθηκε σε σχήμα εγγεγραμμένου Σταυρού, στα τέλη του 9ου ή αρχές του 10ου αιώνα μετά Χριστό. Σε μετέπειτα χρόνια, δέχθηκε αρκετές επιδιορθώσεις τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, καθώς και μερική ή ολική αντικατάσταση των τοιχογραφιών, που κοσμούσαν την εσωτερική τοιχοποιία. Οι τοιχογραφίες καταστράφηκαν κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Η λέξη «Νάπα» έχει λατινική προέλευση από τον καιρό των Λουζινιανών και περιγράφει μια δασώδη κοιλάδα, ένα μικρό δάσος δηλαδή. Το «νάπη» στα αρχαία ελληνικά, όπως αυτό εμφανίζεται σε κείμενα του Ηροδότου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, υποδηλώνει τον σύμφυτο, δενδρώδη τόπο. Στην περιοχή αυτή, την εποχή που χτίστηκε ο ναός, υπήρχε ένα πυκνό δάσος. Η αναφορά αρχικά ήταν η Παναγία της Νάπης, δηλαδή η Αγία του Δάσους και για συντομία «Αγία Νάπα».
Το εκκλησάκι της Αγίας Ναπας στην γραφική Καντού είναι μόνο ένα από τα πολλά κτήρια που μαρτυρούν την ελληνικότητα της Κύπρου μας. Η αρχιτεκτονική καθώς και τα ήθη-έθιμα των Κυπρίων από τα αρχαία χρόνια αποδεικνύουν την ανιδιοτελή σχέση τους με την Μάνα Ελλάδα. Ο ελληνικός χαρακτήρας του νησιού γίνεται ολοφάνερος σε κάθε πέτρα του και σε κάθε χώμα του που θυμίζει Ελλάδα. Οι κάτοικοι του ένιωθαν και συνεχίζουν να νιώθουν Έλληνες, παρά της οποιασδήποτε προσπάθειας παραχάραξης της ιστορίας και της δημιουργίας μιας άοσμης «νεοκυπριακής» συνείδησης.
Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης