Η κρίση της δημόσιας υγείας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού ήταν αναμενόμενο να φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της βοήθειας των κρατών που μαστίζονται περισσότερο από τον ιό. Πέρα όμως από τη βοήθεια για κάλυψη των αναγκών ιατρικής περίθαλψης, τίθεται και ένα άλλο πολύ σοβαρό ζήτημα. Σε πόσο δεινή οικονομική κατάσταση θα βρίσκονται τα κράτη μετά από την εν λόγω κρίση.
Θα ανέμενε κανείς σε ένα παγκόσμιο ανθρωπιστικό ζήτημα, μια ένωση κρατών όπως είναι η ΕΕ, να ήταν η πρώτη που θα λάμβανε τα αναγκαία μέτρα για προστασία της οικονομικής κατάστασης των Ευρωπαίων πολιτών. Είναι προφανές ότι ο μέσος Ευρωπαίος εργαζόμενος θα βγει φτωχότερος λόγω της κρίσης και ότι αν δεν δεχθεί την ανάλογη οικονομική αρωγή από τα κράτη, θα βρεθεί σε μια θέση χειρότερη από αυτή που ήταν μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Αυτά είναι γεγονότα και είναι αναγκαίο τα κράτη να στηρίξουν πραγματικά τους πολίτες, εισρέοντας ρευστότητα στην αγορά για να μπορέσει να κινηθεί και να καταφέρει ο απλός λαός να βγει όσο το δυνατόν πιο αλώβητος μετά την κρίση. Είναι βασικό να κατανοήσουν όλοι όσοι βρίσκονται στα κλειστά γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι δεν υπάρχει μια Ένωση απλά για να σώζονται οι τραπεζίτες και να αισχροκερδούν εις βάρος των πολιτών. Ο όρος «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» δεν σημαίνει αλληλοκάλυψη μεταξύ των τραπεζιτών. Σημαίνει ουσιαστική προστασία των Ευρωπαίων κατά καιρούς κρίσεων και μη.
Ένα αρκετά καλό μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τα αρνητικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι όταν η ΕΚΤ δανείζει τις εμπορικές τράπεζες, αυτές όχι μόνο δεν πληρώνουν τόκο, αλλά εισπράττουν. Επομένως, αυτές με τη σειρά τους μπορούν να δανείσουν στις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές με αντίστοιχα χαμηλά επιτόκια, βοηθώντας τους έτσι έμμεσα. Παρόλα αυτά, λόγω της μη αμεσότητας του, αυτό μπορεί να κατανοήσει κανείς ότι δεν είναι αρκετό και επιβάλλονται να πραγματοποιηθούν άμεσα και άλλα μέτρα.
Ένα άλλο μέτρο που λήφθηκε από την ΕΚΤ ήταν το τύπωμα χρήματος. Η αγορά δηλαδή κάποιων ομόλογων ή άλλων τίτλων που έχουν στη διάθεση τους από τις εμπορικές τράπεζες και τις εταιρίες. Έτσι, οι συγκεκριμένοι οργανισμοί αποκτούν άμεσα χρήματα, τα οποία δημιουργεί η τράπεζα για τον σκοπό αυτό. Βέβαια, και αυτό το μέτρο διοχετεύει άμεσα χρήμα για τις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά όπως και τα αρνητικά επιτόκια, δεν είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα φτάσει στις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές γιατί βασίζεται στην αξιοπιστία των εμπορικών τραπεζών ότι θα δανείσουν με μηδενικά ή πολύ χαμηλά επιτόκια, πράγμα που δεν μπορεί να ελεγχθεί.
Οι χώρες μέλη της ΕΕ πρέπει να προβούν σε άμεσες κρατικές δαπάνες για ενίσχυση των επιχειρήσεων και των εργαζομένων. Αυτές οι κρατικές δαπάνες δημιούργησαν και θα δημιουργήσουν εκ νέου ελλείμματα, τα οποία θα υπερβούν το ανώτατο κρατικό «υψηλό» του 3% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αυτό έχει ήδη συμφωνηθεί από τα κράτη-μέλη, ότι δηλαδή για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το έλλειμμα των χωρών θα ξεπερνάει το 3% σε ένα χρόνο.
Το πρόβλημα που δημιουργείται σε αυτό το σημείο, είναι ότι υπάρχουν χώρες που έχουν την οικονομική ευχέρεια να προβούν στις ανάλογες οικονομικές ενισχύσεις του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, αλλά υπάρχουν και χώρες για τις οποίες είναι πρακτικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί μια τέτοια ενέργεια. Παραδείγματος χάριν, η Ιταλία, η Κύπρος ή η Ελλάδα, που μόλις πρόσφατα ξεκίνησαν να ορθοποδούν από τις συνέπειες της τεράστιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, στην οποία τις έβαλαν τα αντιλαϊκά προγράμματα λιτότητας που επέβαλε η Γερμανία και ο συνεταιρισμός χωρών που την υποστηρίζουν. Βέβαια, η Γερμανία δεν επέβαλε μόνη της αυτά τα προγράμματα, αλλά χρησιμοποίησε τους πολιτικούς της δορυφόρους στις χώρες αυτές όπως οι κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ στην Κύπρο.
Επομένως, είναι απαραίτητο οι χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά που έχουν την ικανότητα αρτιότερης οικονομικής ευελιξίας λόγω της οικονομικής αφαίμαξης των χωρών του Νότου, να στηρίξουν με όποιο τρόπο μπορούν τις χώρες αυτές, εφαρμόζοντας στην πράξη την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» για την οποία τόσο υπερηφανεύονται. Συγκεκριμένα, οι συντηρητικοί χριστιανοδημοκράτες και οι σοσιαλδημοκράτες στη Γερμανία αναφέρουν ότι πρεσβεύουν την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, αλλά αρνούνται να στηρίξουν τις πιο αδύναμες χώρες της ΕΕ σε μια περίοδο οικονομικής κατάπτωσης των κρατών που προέρχεται από μια άλλη περίοδο οικονομικής κρίσης.
Ουσιαστική στήριξη η οποία θα τονώσει τις οικονομίες των κρατών-μελών και θα μπορέσει να τους δώσει την οικονομική ένεση για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της κρίσης θα ήταν η υλοποίηση της πρότασης των γκρουπ των χωρών που προτείνουν ευρωομόλο. Η πρωτοβουλία αυτή αφορά την έκδοση ευρωπαϊκών ομολόγων και οι χώρες που εντάχθηκαν άμεσασε αυτήν είναι η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Σλοβενία.
Το ευρωομόλογο είναι στην ουσία η έκδοση ενός γραμματίου από έναν θεσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αν θα πρόκειται για ολόκληρη την ΕΕ και όχι μόνο για την Ευρωζώνη. Αυτό το γραμμάτιο θα αγοραστεί και έτσι θα μπορούν να καλυφθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα των κρατών-μελών της ΕΕ συνολικά ή για επενδύσεις. Έτσι, στην ουσία θα αμοιβαιοποιηθεί το χρέος από την κρίση και οι χώρες από κοινού θα αντιμετωπίσουν αυτή την τεράστια οικονομική καταστροφή. Έτσι, ισχυροποιείται και το ευρωομόλογο, καθώς συμμετέχουν σε αυτό και ισχυρές οικονομικές δυνάμεις.
Στην αντίπερα όχθη όμως βρίσκεται η πανίσχυρη οικονομικά Γερμανία. Μαζί με την Ολλανδία, αποτελούν τους κύριους αντίπαλους της ιδέας του ευρωομολόγου, αφού θεωρούν ότι έτσι ο κίνδυνος των πιο αδύναμων χωρών πέφτει στις ίδιες. Έτσι, προτείνουν να αναλάβει τη χρηματοδότηση των κρατών-μελών ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, στο πλαίσιο ενός μνημονίου, στο οποίο η χώρα θα λάβει κάποιους όρους και δεσμεύσεις. Συνοπτικά, η Γερμανία επιθυμεί να εντάξει τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου ξανά σε μια νέα εποχή των μνημονίων. Αυτή τη στιγμή, ήδη ο ΕΜΣ έχει αγοράσει το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Η Γερμανία καθιστά ξεκάθαρο τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να διατηρήσει, μέσα από τα συντρίμμια της κρίσης που εκτυλίσσεται ανά το παγκόσμιο. Δεν έχει κατανοήσει ότι η συγκεκριμένη κρίση μπορεί να σημάνει την απαρχή για τη διάλυση της νομισματικής ένωσης και κατ’ επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Αφού όπως όλα δείχνουν η εμπιστοσύνη μεταξύ των λαών και των κρατών-μελών κλωνίζεται.
Όταν μέσω των πολιτικών λιτότητας καταστράφηκε η ανταγωνιστικότητα του κράτους και διαλύθηκαν τα εθνικά συστήματα υγείας των χωρών που πλήγηκαν, είναι τουλάχιστον παράλογο να προσπαθεί να τα επιβάλει ξανά μερικά χρόνια μετά. Αφού η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν οι αδύναμες οικονομικά χώρες να αντιμετωπίσουν την σημερινή υγειονομική κρίση, είναι καθήκον της Γερμανίας και κάθε ισχυρής χώρας, να στηρίξει όποια προσπάθεια πραγματικής στήριξης των αδύναμων οικονομιών. Στην σημερινή οικονομική κρίση, έχουν επηρεαστεί άμεσα οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Επιχειρήσεις έχουν κλείσει ενώ οι πλείστοι πολίτες δεν έχουν τη δυνατότητα να εργαστούν. Αυτό καθιστά την σημερινή οικονομική κρίση χειρότερη από αυτή της προηγούμενη δεκαετίας, αφού η προσφορά και η ζήτηση έχουν δεχθεί πλήγματα αμφότερες.
Η διαμάχη μεταξύ των χωρών των ισχυρών και αδύνατων οικονομικά χωρών, σχετικά με την έκδοση ευρωομολόγων φανερώνει για ακόμα μια φορά το τεράστιο αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους. Φανερώνει ότι η «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» είναι ένας όρος που έχει καπηλευθεί από την ευρωπαϊκή ισχυρή οικονομική ελίτ, απλά για να μπορεί να λαϊκίζει , πραγματοποιώντας όμως στην ουσία τη φτωχοποίηση των Ευρωπαίων. Τα μέτρα λιτότητας της προηγούμενης δεκαετίας που επιβλήθηκαν από τη Γερμανία, επέφεραν την αποκοπή των δαπανών για την Υγεία. Η αποκοπή της δαπάνης για την Υγεία επέφερε την αδυναμία αντιμετώπισης της παρούσας υγειονομικής κρίσης. Επομένως, η Γερμανία ευθύνεται για την τωρινή κατάσταση και ας μην το παραδέχεται. Έστω και την υστάτη ας αποδεχτεί τις ευθύνες της, πραγματοποιώντας ουσιαστική οικονομική στήριξη των αδύναμων οικονομικά χωρών.
Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης