«σ’ αυτήν την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά»
Σύμφωνα με την παράδοση, μετά τον Τρωικό πόλεμο, πολλοί ήρωες εγκαταστάθηκαν στο νησί μας και ίδρυσαν τις πόλεις-κράτη της Κύπρου. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τεύκρος, γιος του Τελαμώνα, βασιλιά της Σαλαμίνας της Αττικής, και αδελφός του Αίαντα, ο οποίος ίδρυσε μια πόλη στην ανατολική ακτή της Κύπρου, 6 χλμ. βόρεια της σύγχρονης Αμμοχώστου, δίνοντάς της το όνομα της πατρίδας του Σαλαμίς. Στη σύγχρονη γλωσσολογία, το όνομα «Σαλαμίς» θεωρείται πως προέρχεται από τη ρίζα Σαλ- (άλας· δηλαδή αλμυρό νερό) και -άμις (δηλαδή στη μέση), έτσι Σαλαμίνα είναι ο τόπος εν μέσω θαλασσινού νερού. Η Σαλαμίνα, χτισμένη στο σταυροδρόμι της Ανατολής και της Δύσης, έγινε γρήγορα πλούσια και πολύ σημαντική πόλη για το εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου.
Τον 5ο αι. π.Χ. έχουμε στην Κύπρο δείγματα ελληνικής εθνικής συνείδησης. Με αρχηγό τον βασιλιά της Σαλαμίνας Ονήσιλο, οι Κύπριοι επαναστάτησαν ενάντια στους Πέρσες κατακτητές. Ο σημαντικότερος ηγεμόνας του βασιλείου της Σαλαμίνας ήταν ο Ευαγόρας Α’ (410-374 π.Χ.), ο οποίος κέρδισε την ανεξαρτησία από την Περσία. Όχι μόνο αντιτάχθηκε στον εκβαρβαρισμό της πατρίδας του, αλλά ενίσχυσε και τους δεσμούς της Σαλαμίνας με την μητροπολιτική Ελλάδα, φιλοξενώντας ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (όπως τον Ισοκράτη), ανεβάζοντας ελληνικές θεατρικές παραστάσεις και ενισχύοντας τις εμπορικές σχέσεις με τα ελληνικά λιμάνια. Σημαντική είναι και η ίδρυση σχολείων, στα οποία κλήθηκαν επιφανείς Αθηναίοι δάσκαλοι να διδάξουν την αττική διάλεκτο. Ακόμα, καλλιτέχνες διακόσμησαν την πόλη με έργα εφάμιλλα της Αθήνας. Έτσι, η ελληνική τέχνη και ο πολιτισμός άνθισαν στην πόλη και η Κύπρος, χάρη στη γλώσσα και τη συνείδησή της, κατάφερε να κρατηθεί Ελληνική, μέχρι την απελευθέρωσή της από τον Μ. Αλέξανδρο.
Η Σαλαμίνα ήταν το σπουδαιότερο από τα δώδεκα βασίλεια της Κύπρου, και παρέμεινε πρωτεύουσα του νησιού για περισσότερο από 1000 χρόνια. Εγκαταλείφθηκε μετά τις αραβικές επιδρομές του 7ου αι. μ.Χ. και τότε οι δυνατοί άνεμοι που φυσούσαν από τη θάλασσα τη σκέπασαν με άμμο. Το 1890, αγγλική αποστολή από το Βρετανικό Μουσείο ανασκάπτει στην περιοχή, αλλά από τότε και μέχρι το 1952 ελάχιστες εργασίες πραγματοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα ο χώρος να καλυφθεί για άλλη μια φορά με άμμο. Το 1952 ο Άγγλος διευθυντής αρχαιοτήτων αποφάσισε να ανασκαφεί ο χώρος εκ νέου, από τον καθηγητή Βάσο Καραγιώργη.
«και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια»
Ο αρχαιολογικός χώρος, που επεκτείνεται από την ακτή του κόλπου της Σαλαμίνας μέχρι το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα και το ανατολικό άκρο του χωριού Έγκωμη, χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους πιο εντυπωσιακούς στη Μεσόγειο. Η ανακάλυψη του θεάτρου της αρχαίας πόλης ήταν μία μεγάλη έκπληξη. Η ελληνική κυβέρνηση δίνει 2.000 λίρες, διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την εποχή, για τις ανασκαφές. Οι κάτοικοι της Αμμοχώστου χαίρονται ιδιαίτερα με την ανακάλυψη αυτή, και με χρηματικές εισφορές ενισχύουν τις εργασίες των ανασκαφών. Έτσι, το 1962, αποκαλύπτεται ολόκληρο το κοίλο του θεάτρου, ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ανατολικής Μεσογείου.
Εκείνο, όμως, που τοποθέτησε τη Σαλαμίνα στον παγκόσμιο αρχαιολογικό χάρτη, είναι η ανασκαφή της νεκρόπολης. Οι ανακαλύψεις αυτές αναβίωσαν ομηρικά έθιμα ταφής τα οποία ήταν γνωστά μόνο στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Ορισμένοι μελετητές ερμηνεύουν το φαινόμενο ως αποτέλεσμα της επιρροής των Ομηρικών Επών στην Κύπρο. Για τις ανακαλύψεις αυτές ενδιαφέρθηκαν μεγάλα αρχαιολογικά περιοδικά, πανεπιστήμια και διεθνή συνέδρια.
«Στην Κύπρο την θαλασσόζωστη (πηγαίνω), όπου μου χρησμοδότησε ο Απόλλων να ιδρύσω πόλη με το όνομα Σαλαμίνα προς τιμή της πατρίδας μου», λέει στην Ελένη ο Τεύκρος, όταν τη συναντά στ’ ακρογιάλι του Πρωτέα. Ο Ευριπίδης στην «Ελένη», υποστηρίζει ότι ο Τεύκρος πήρε διαταγή από τον Απόλλωνα να μην επιστρέψει στα πάτριά του εδάφη, αλλά να μεταβεί στο νησί της Κύπρου, αφού δεν είχε προλάβει την αυτοκτονία του Αίαντα, ούτε κατάφερε να εκδικηθεί τον θάνατό του. Η ανεύρεση ενός τάφου του 11ου αι. π.Χ. επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο τον μύθο, σύμφωνα με τον οποίο η αρχαία πόλη ιδρύθηκε από τον Τεύκρο.
Οι ανασκαφές στην πόλη και τη νεκρόπολη είναι οι μεγαλύτερες σε έκταση και από τις σημαντικότερες, που έγιναν ποτέ στο νησί. Άρχισαν το 1952 αλλά σταμάτησαν άδοξα την τελευταία εβδομάδα πριν την τουρκική εισβολή, το καλοκαίρι του 1974. Τότε, οι ξένες αρχαιολογικές αποστολές αποχώρησαν αμέσως από τα τουρκοκρατούμενα εδάφη, όπου ακόμη αρνούνται να επιστρέψουν, ενώ αντιθέτως συνεχίζουν ανασκαφές και αρχαιολογικές έρευνες στην ελεύθερη Κύπρο. Τα χρόνια που ακολούθησαν την εισβολή, και συγκεκριμένα το 1998, ξεκίνησαν παράνομες ανασκαφές, από φοιτητές του Πανεπιστημίου της Άγκυρας με επικεφαλής τον υπεύθυνο του Τμήματος Κλασικής Αρχαιολογίας, καθηγητή Οζκιούρ Οζκιουνέρ, σε συνεργασία με το «Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου» που εδρεύει στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Οι ανασκαφές αυτές παραβιάζουν τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, που υπέγραψε η Κύπρος το 1964 και η Τουρκία το 1965, η οποία απαγορεύει ρητά κάθε αρχαιολογική εργασία σε κατεχόμενη από ξένα στρατεύματα περιοχή χωρίς τη συγκατάθεση της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας.
«Η σημερινή κατάσταση στη Σαλαμίνα είναι καταθλιπτική», λέει ο Βάσος Καραγιώργης. «είναι μια έκφραση πικρίας και πόνου και μια κραυγή οργής για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος της Κύπρου, η ελληνικότατη, κατά τον Ισοκράτη, Σαλαμίνα».
«Φωνή Κυρίου επί των υδάτων. Νῆσός τις ἔστι».
Διαβάζοντας γι’ αυτά τα «απομεινάρια» της ιστορίας, δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει το παλίμψηστο των πολιτισμών που πέρασαν και με τι σεβασμό διαδέχεται η μια εποχή την άλλη στον τόπο τούτο πριν τις διαταράξει η βαρβαρότητα της εισβολής. Μα ακόμα και τώρα, το ελληνικό στοιχείο παραμένει εκεί, αναλλοίωτο, χαραγμένο ακόμα και στην τελευταία πέτρα. Οι τόσοι αρχαιολογικοί μας χώροι – η Έγκωμη, η Σαλαμίνα, το Κούριο, η Παλαίπαφος, οι Σόλοι και η Αίπεια, η Ελληνιστική Πάφος, και τόσοι άλλοι –, ακόμα και στα χέρια του κατακτητή, αποτελούν μάρτυρες της ελληνικότητας της Κύπρου.
«Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια, δε φελά να μιλάμε, τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;» Ακόμα και ο ίδιος ο ποιητής, διερωτάται πώς να μπορέσουμε εμείς οι λίγοι, οι μικροί να τα βάλουμε με τους δυνατούς. Μα αναγνωρίζει ότι το μέγεθος ενός λαού μετριέται με τις ψυχές των ανθρώπων του. Κι εμάς οι ψυχές μας ξεχειλίζουν από τον πόθο της επιστροφής. Η λαχτάρα του λαού ετούτου για ελευθερία είναι πλατιά σαν τη θάλασσα. Πώς να τη σβήσουν με νερό μισό δράμι; «Και τούτα τα κορμιά πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν, έχουν ψυχές». Κι αν το σώμα δεν ένιωσε ποτέ τη θάλασσα της Σαλαμίνας, η ψυχή θυμάται. Το σώμα κάποτε θα φθαρεί, ίσως ακόμα και να ξεχάσει όσα έζησε. Μα η ψυχή, αυτή που θα υπάρχει εις τους αιώνες των αιώνων, αυτή δε θα ξεχάσει ποτέ.
«Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νῆσός τις ἔστι».
Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης